Home / Διεθνή / Αναστάτωση σε Δουβλίνο – Μπέλφαστ
IRELAND MAP

Αναστάτωση σε Δουβλίνο – Μπέλφαστ

Ο… πορτοκαλί παράγοντας του Brexit και οι αναμνήσεις

Γράφει η ΜΑΡΙΛΙΖ ΦΑΣΟΥΛΟΠΟΥΛΟΥ

 Η επιστροφή των «φυσικών» συνόρων μεταξύ Ιρλανδίας και Βορείου Ιρλανδίας είναι μια ανάμνηση που… αγριεύει τους κατοίκους, οδηγεί σε σοβαρές οικονομικές απώλειες και ανοίγει το δρόμο για πολιτική αναταραχή σε Μπέλφαστ, Δουβλίνο και Λονδίνο.

Στον αυτοκινητόδρομο Δουβλίνου-Μπέλφαστ το μόνο σημάδι που φανερώνει στον οδηγό ότι άλλαξε χώρα είναι τα σήματα των ορίων ταχύτητας, που αντί για χιλιόμετρα αναφέρουν μίλια.

Με τον νέο αυτοκινητόδρομο, το ταξίδι ανάμεσα στις δύο πρωτεύουσες κυμαίνεται στα 90 λεπτά. Όμως, οι πιο παλιοί θυμούνται με απόγνωση ότι την εποχή των μεγάλων ταραχών (γνωστή ως «The Troubles»), που κράτησε από τη δεκαετία του ’60 έως τα τέλη της δεκαετίας του ’90, το ίδιο ταξίδι ήταν ένας επικίνδυνος Γολγοθάς, με συνεχείς ελέγχους από πάνοπλους στρατιώτες, όπου η στάση σε κάθε φυλάκιο ξεπερνούσε τα 90 λεπτά.

Θεωρητικά, οι ημέρες της βίας, των συγκρούσεων και του αιματηρού αγώνα ανεξαρτησίας της Βορείου Ιρλανδίας, που κόστισε 3.600 ζωές, έχουν περάσει ανεπιστρεπτί.

Ποια «φαντάσματα» ξυπνούν είκοσι χρόνια μετά τη συμφωνία ειρήνευσης της Μεγάλης Παρασκευής και ποιες οι οικονομικές προεκτάσεις

Όμως, είκοσι χρόνια από την ιστορική συμφωνία ειρήνευσης της Μεγάλης Παρασκευής, οι κάτοικοι της Βορείου Ιρλανδίας και της Ιρλανδικής Δημοκρατίας βρίσκονται και πάλι σε αναστάτωση, φοβούμενοι, όχι για τη ζωή τους, αλλά για τον τρόπο ζωής τους και την καθημερινότητα τους.

Αφορμή η επαναφορά των συνόρων που θα φέρει το Brexit, δεδομένου ότι η Ιρλανδική Δημοκρατία είναι η μόνη κοινοτική χώρα που μοιράζεται εδαφικά σύνορα με τη Βρετανία (μέσω της Βορείου Ιρλανδίας).

Το θέμα, που βρέθηκε αυτή την εβδομάδα στην ατζέντα του δεύτερου γύρου των διαπραγματεύσεων για το Brexit, είναι κρίσιμο, πολιτικά και οικονομικά για το Λονδίνο, το Δουβλίνο και το Μπέλφαστ και δεν είναι τυχαίο ότι τοποθετείται στα τρία κορυφαία κατά προτεραιότητα ζητήματα των συνομιλιών μετά το καθεστώς των Ευρωπαίων πολιτών και το οικονομικό κόστος, τον λογαριασμό, του «διαζυγίου».

Οικονομικοί τριγμοί

Ένα πρώτο πρόβλημα που θα δημιουργηθεί έχει να κάνει με τη διατάραξη των εμπορικών σχέσεων και της οικονομίας και στις δύο πλευρές των συνόρων.

Οι εξαιρετικά στενές διμερείς εμπορικές σχέσεις μεταφράζονται σε έναν τζίρο που ξεπερνά τα τρία δισ. ευρώ ετησίως μεταξύ της βόρειας και της νότιας πλευράς του νησιού των Κελτών και τα πενήντα δισ. ευρώ ετησίως μεταξύ Ιρλανδικής Δημοκρατίας και Ηνωμένου Βασιλείου.

Επίσης, 30.000(!) άτομα περνούν καθημερινά τη νοητή γραμμή των συνόρων για να εργαστούν στην άλλη πλευρά, γεγονός που σημαίνει ότι η επαναφορά των ελέγχων θα δημιουργήσει έναν πρακτικό και γραφειοκρατικό εφιάλτη που θα θέσει σε κίνδυνο θέσεις εργασίας και τη βιωσιμότητα επιχειρήσεων και νοικοκυριών.

Επίσης υπάρχει και το ζήτημα της απώλειας των κοινοτικών κονδυλίων, ειδικά για την αγροτική οικονομία του Βορρά. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι για κάθε 10 στερλίνες που κερδίζουν οι βορειοϊρλανδοί αγρότες, εκτιμάται ότι οι 8,70 οφείλονται στην Κοινή Αγροτική Πολιτική.

Για τους λόγους αυτούς, αμφότερες οι χώρες επιθυμούν διακαώς μια συμφωνία που θα διαφυλάξει το σημερινό status quo. Όμως δεν εξαρτάται από εκείνες, αλλά από τους γραφειοκράτες των Βρυξελλών, που δεν συνηθίζουν να κάνουν… χατίρια, θέτοντας το ζήτημα στην όλη ατζέντα και το δούναι και λαβείν του «διαζυγίου».

Δεν θέλουν «σκληρά» σύνορα

 Η επαναφορά των φυσικών συνόρων στην πιο ευαίσθητη πολιτικά συνοριακή γραμμή της Ε.Ε. έχει δικαιολογημένα φέρει αναστάτωση και στις δύο ιρλανδικές κοινότητες, που φοβούνται διατάραξη της σταθερότητας και ανακίνηση των παθών. Άλλωστε, χωρίς την πίεση της ενωμένης Ευρώπης και την προοπτική ενός κοινού μέλλοντος ειρήνης και ευημερίας, η ειρηνευτική συμφωνία του 1998 δεν θα είχε επιτευχθεί.

Στη Βόρεια Ιρλανδία (όπως και στη Σκοτία) ο τοπικός πληθυσμός τάχθηκε σαφώς υπέρ του Remain στο δημοψήφισμα, σε ποσοστό 56%, καταδεικνύοντας τη σαφή βούλησή του να παραμείνει τμήμα της Ε.Ε.

Έτσι, είναι ορατός ο κίνδυνος να ξαναφουντώσει το κίνημα διάσπασης της Βορείου Ιρλανδίας από το Ηνωμένο Βασίλειο και ένωσης με την Ιρλανδική Δημοκρατία, με τον ίδιο τρόπο που οι Σκοτσέζοι σκέφτονται νέο δημοψήφισμα ανεξαρτησίας. Ειδικά, αν το deal με τις Βρυξέλλες δεν είναι ευνοϊκό, επιφέροντας οικονομικό πλήγμα.

Οι Ενωτικοί, ήτοι όσοι τάσσονται υπέρ της παραμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο, με κορυφαίο πολιτικό φορέα το DUP (το κόμμα που στηρίζει την κυβέρνηση μειοψηφίας της Τερέζα Μέι), στηρίζουν μεν το «σκληρό» brexit, αλλά δεν θέλουν «σκληρά» σύνορα.

Φοβούνται ενδυνάμωση του αποσχιστικού κινήματος και συνάμα πολιτική ενίσχυση του Σιν Φέιν. Οι δε επιπτώσεις σε τοπικό επίπεδο είναι ήδη ορατές στην ανεξάρτητη τοπική διοίκηση του Στόρμοντ, η οποία είναι ακέφαλη από τον περασμένο Ιανουάριο. Σιν Φέιν και DUP δεν έχουν καταφέρει να φτάσουν σε συμφωνία για το μοίρασμα της εξουσίας, με αποτέλεσμα, αργά ή γρήγορα, να εκτιμάται ότι θα οδηγηθούν σε νέες εκλογές για την ανάδειξη νέας τοπικής βουλής.

Είναι, λοιπόν, προφανές ότι οποιαδήποτε αρνητική εξέλιξη στη διαπραγμάτευση στις Βρυξέλλες θα έχει πολιτικές επιπτώσεις, όχι μόνο στο Μπέλφαστ, αλλά και στο Δουβλίνο, και σίγουρα στο Λονδίνο, σε μια περίοδο που η κυβέρνηση Μέι είναι σαφώς αποδυναμωμένη.

Check Also

Επέτειος γεμάτη πληγές

Βαθύ το ρήγμα στην τουρκική κοινωνία ένα χρόνο μετά το πραξικόπημα κατά του Ερντογάν Γράφει …

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *