Home / Κοινωνία / Τι κρύβουν οι «χαμένοι» φάκελοι για την Κύπρο
1974, Δεν ξεχνώ, Τουρκική εισβολή στην Κύπρο

Τι κρύβουν οι «χαμένοι» φάκελοι για την Κύπρο

Εξαφανίστηκαν ντοκουμέντα που «έκρυβαν» τις προδοσίες Ελλήνων πολιτικών και στρατηγών κατά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο

Γράφει ο ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΡΔΑΒΕΛΛΑΣ

Έλληνες πολιτικοί και στρατηγοί, που άφησαν τους Τούρκους να καταλάβουν τη μισή Κύπρο το 1974, μετά από υποδείξεις των Αμερικανών, κρύβονται μέσα στους 11 φακέλους που έχουν χαθεί από το ογκώδες προανακριτικό υλικό για την τουρκική εισβολή στη μεγαλόνησο. Το υλικό αυτό ήταν θαμμένο επί 43 χρόνια στα υπόγεια της Βουλής.

Ο πρόεδρος της Βουλής Νίκος Βούτσης με τον Κύπριο ομόλογό του Νίκο Συλλούρη
Ο πρόεδρος της Βουλής Νίκος Βούτσης με τον Κύπριο ομόλογό του Νίκο Συλλούρη

Έντεκα σφραγισμένες κούτες με 134 φακέλους για την κυπριακή τραγωδία παρέδωσε πριν από λίγες ημέρες ο πρόεδρος της Βουλής Νίκος Βούτσης στον Κύπριο ομόλογό του Δημήτρη Συλλούρη.

Σε αυτούς περιλαμβάνονται οι καταθέσεις 88 μαρτύρων στην Ειδική Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής, που διερεύνησε την υπόθεση από το 1986 ως το 1988, απόρρητα στρατιωτικά έγγραφα και αναφορές, κρυπτογραφικά σήματα, επιχειρησιακούς χάρτες κ.λπ.

Τα 11 αρχεία που λείπουν αφορούν μαρτυρικές καταθέσεις προσώπων που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στο πραξικόπημα κατά του Μακάριου

Από τον «Φάκελο της Κύπρου», όμως, λείπουν 11 αρχεία, με τις πρώτες μαρτυρικές καταθέσεις προσώπων που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974 κατά του Μακαρίου, υπό τη καθοδήγηση της χούντας των Αθηνών, που οδήγησε λίγες μέρες μετά στην τουρκική εισβολή.

Τι περιέχουν αυτοί οι «χαμένοι» φάκελοι; Ποιες προδοσίες πολιτικών προσώπων και Ελλήνων αξιωματικών θάβονται στη σιωπή; Και το πιο μεγάλο ερώτημα: Γιατί όλοι αυτοί οι φάκελοι για τα δραματικά γεγονότα στο μαρτυρικό νησί, που καθορίζουν ακόμη και σήμερα τις τύχες Ελλάδας και Κύπρου, παρέμειναν θαμμένοι στα υπόγεια της Βουλής;

Μια απόρρητη αναφορά

Ένα συγκλονιστικό ντοκουμέντο για την προδοσία της Κύπρου φέρνει σήμερα στη δημοσιότητα η «Κυριακάτικη Εφημερίδα». Πρόκειται για ένα απόρρητο έγγραφο του αντιστράτηγου ε.α. Δημητρίου Μπίκου, από τις 28/10/2005, το οποίο απέστειλε στους προέδρους της Ελληνικής και της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο στρατηγός πολέμησε στην Κύπρο κατά την τουρκική εισβολή και γράφει στην απόρρητη αναφορά στους δύο προέδρους:

«Η Κύπρος χάθηκε το βράδυ της 20/21 Ιουλίου 1974. Τα πυροβόλα της περιοχής σίγησαν, οι καταδρομείς και η ΕΛΔΥΚ (σημ.: Ελληνική Δύναμη Κύπρου) χρησιμοποιήθηκαν στους θύλακες και όχι στο προγεφύρωμα της κυρίας μάχης. Χρησιμοποιήθηκαν στη δευτερεύουσα απειλή και όχι στην κύρια, χρησιμοποιήθηκαν κατά των Τουρκοκυπρίων και όχι εναντίον των Τούρκων».

Εμείς που βρεθήκαμε στο χώρο του προγεφυρώματος που δημιούργησαν οι Τούρκοι αμαχητί, εμείς που γνωρίζαμε το έδαφος άριστα, που γνωρίζαμε τις θέσεις των Τούρκων, εμείς που διαπιστώσαμε τη δυνατότητα να τελειώνουμε με τους Τούρκους εκείνο το βράδυ, έχουμε σοβαρούς λόγους να λέμε ότι η στρατιωτική ηγεσία στην Ελλάδα και στην Κύπρο ήταν δειλή.

» Οι ένοχοι δεν τιμωρήθηκαν ποτέ. Αντίθετα μερικοί που λιποτάκτησαν, που παράτησαν τη μονάδα τους, που εγκατέλειψαν την Αμμόχωστο αμαχητί και κρύφτηκαν στην Αθήνα, έγιναν στη μεταπολίτευση στρατηγοί. Στο νησί χύσαμε το αίμα μας. Το νησί δεν χάθηκε από εμάς. Χάθηκε από την ανύπαρκτη και δειλή στρατιωτική ηγεσία των Αθηνών και την ανύπαρκτη πολιτική ηγεσία».

Αυτά και άλλα συντριπτικά ντοκουμέντα για τη μεγάλη προδοσία πού έγινε σε βάρος της Ελλάδας και της Κύπρου το 1974 στη διάρκεια της τουρκικής εισβολής περιέχονται στους «χαμένους», σήμερα, φακέλους από τα υπόγεια της Βουλής. Έντεκα φάκελοι με στοιχεία για τους μεγάλους ενόχους, πολιτικούς και στρατιωτικούς της κυπριακής τραγωδίας, έχουν εξαφανισθεί μέσα από την ελληνική Βουλή για να μην τιμωρηθούν οι προδότες και να μη μάθουμε ποτέ σε Ελλάδα και Κύπρο τους «δειλούς και ανύπαρκτους» νεκροθάφτες του ελληνισμού.

Στο δεύτερο μέρος της μεγάλης έρευνας της «Κυριακάτικης Εφημερίδας» για τους προδότες της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, που θα δημοσιευθεί στο επόμενο φύλλο, αποκαλύπτεται ο ρόλος των Κωνσταντίνου Καραμανλή, Ευάγγελου Αβέρωφ, Ανδρέα Παπανδρέου, της CIA και της αγγλικής υπηρεσίας πληροφοριών (ΜI6) στις δραματικές μέρες της εισβολής των Τούρκων στην Κύπρο, το Ιούλιο και τον Αύγουστο του 1974.

Επίσημες και επώνυμες καταγγελίες από αφανείς πρωταγωνιστές της εποχής εκείνης έρχονται για πρώτη φορά στη δημοσιότητα την επόμενη Κυριακή.

Η… εκδοχή του «αόρατου δικτάτορα» Δημ. Ιωαννίδη

φωτογραφια του Γκοζίκη , Παπαδοπουλου, Ιωαννίδη 1974
Ο Δημήτρης Ιωαννίδης με τους Γιώργο Παπαδόπουλο και Φαίδωνα Γκιζίκη

Σήμερα η «Κυριακάτικη Εφημερίδα» παρουσιάζει ένα ακόμη έγγραφο-ντοκουμέντο από τον «Φάκελο της Κύπρου». Είναι η έγγραφη κατάθεση του «αόρατου δικτάτορα» Δημήτρη Ιωαννίδη, ουσιαστικού κυβερνήτη της Ελλάδας τις ημέρες της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, ο οποίος δίνει τη δική του εκδοχή, αποκαλύπτοντας ντόπιους και ξένους παράγοντες που ισχυρίζεται ότι έπαιξαν προδοτικό ρόλο στα δραματικά γεγονότα του 1974.

Αρχικά, ο Ιωαννίδης επιχειρεί να επιρρίψει ευθύνες για την προετοιμασία της τουρκικής εισβολής στον τότε πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Μακάριο, με τον ισχυρισμό ότι ο τελευταίος, στις αρχές Ιουλίου του 1974, ζήτησε την απόσυρση 600 Ελλήνων αξιωματικών από την ΕΛΔΥΚ, ενώ εξέδωσε διαταγή απόλυσης μεγάλου μέρους οπλιτών που υπηρετούσαν στην Κυπριακή Εθνοφρουρά. Ο Ιωαννίδης ισχυρίζεται επίσης ότι έγιναν προσπάθειες να μεταπεισθεί ο Κύπριος πρόεδρος, αλλά δεν υπήρξε αποτέλεσμα.

Παράλληλα, ο πραξικοπηματίας επιχειρεί να δικαιολογήσει την απόπειρα ανατροπής του Μακάριου, από φίλα προσκείμενες προς τη χούντα της Αθήνας στρατιωτικές δυνάμεις που βρίσκονταν στη μεγαλόνησο, ενώ ισχυρίζεται ότι η ομιλία του Μακάριου στον ΟΗΕ, στις 19 Ιουλίου, αποτέλεσε και το έναυσμα για την εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο.

Ωστόσο, ο τότε επικεφαλής της χούντας αποκαλύπτει και μυστικές επαφές μεταξύ Αμερικανών και των τότε επικεφαλής του επιτελείου των ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων, που φαίνεται πως είχαν καταλυτική σημασία στην εξέλιξη των γεγονότων.

Μεταξύ άλλων, στην επιστολή του προς την Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής, ο Δ. Ιωαννίδης καταθέτει (πιστή αντιγραφή):

«Η ελληνική κυβέρνησις ανησύχησεν (σ.σ. από την απόφαση του Μακάριου για απόσυρση στρατιωτικών δυνάμεων) και απεφάσισεν να στείλει ενισχύσεις εις την Κύπρον, πλην η άφιξις κλιμακίου Αμερικανών, αποτελουμένου εκ των υφυπουργών Εξωτερικών και Αμύνης Σίσκο και Ελσγουόρθ την 18/7/74 ανέστειλεν την αποστολήν ενισχύσεων εις Κύπρον, μέχρι της επιστροφής των Αμερικανών από την Άγκυραν, όπου ούτοι θα μετέβαινον εν συνεχεία».  Συγκεκριμένως εζητήθη υπό των Αμερικανών διαπραγματευτών να μη προβώμεν κατά το διάστημα αυτό εις ουδεμίαν ενέργειαν, η οποία θα έδιδεν επιχειρήματα εις τους Τούρκους τουλάχιστον. Από ελληνικής πλευράς εξετιμήθη ότι τουλάχιστον καθ’ ον χρόνον θα ευρίσκοντο οι Αμερικανοί υφυπουργοί εις Άγκυραν, δεν θα εκινούντο οι Τούρκοι».

(…) «Περί την 05.00 της 20ης Ιουλίου οι Τούρκοι αιφνιδιάζοντες χρονικώς την ελληνικήν πλευράν, ήρχισαν προσβάλοντες αεροπορικώς άπασαν την Κύπρον. Περί την 08.00 ώραν έρριψαν αλεξιπτωτιστές πλησίον της Λευκωσίας, οι οποίοι όμως εξεδετερώθησαν άπαντες υπό τής Κυπριακής Εθνοφρουράς». 

Εις τας Αθήνας η ελληνική κυβέρνησις απεφάσισεν να προσβάλει την βορείως Κύπρου τουρκικήν αποβατικήν δύναμιν, διά της Αεροπορίας και του Ναυτικού. Tην μεσημβρίαν εγένετο σύσκεψις εις το Γραφείον του Προέδρου Στρατηγού Γκιζίκη, με συμμετοχή του Αρχηγού Ενόπλων Δυνάμεων, των Αρχηγών Στρατού, Αεροπορίας και Ναυτικού, ως και του ταξιάρχου Δ. Ιωαννίδη και απεφασίσθη, άνευ ουδεμίας αντιρρήσεως, η προσβολή της τουρκικής αποβατικής δυνάμεως. Πρώτον διά σμήνους 6 αεροσκαφών ΦΑΝΤΟΜΣ [τα οποία δεν ηδύναντο να αναχαιτίσουν οι Τούρκοι διότι δεν διέθετον ούτον η παρομοίου τύπου αεροσκαφών] και δεύτερον διά 2 εκ των 4 υποβρυχίων νέου τύπου 1000Τ [με μεγάλας δυνατότητας και τα οποία δεν είχον τότε οι Τούρκοι].»

Την 22αν Ιουλίου, ημέραν Δευτέραν και περί την μεσημβρίαν, οι Τούρκοι παραβιάζοντες την εκεχειρίαν, ήρχισαν κινούμενοι προς την ακτήν υπό τα πυρά του Ελληνοκυπριακού Πυροβολικού, εκ του Πενταδακτύλου. Υπελογίζετο ότι αι πρώτοι άκατοι θα έφθανον εις την ακτήν μετά δίωρον. Αυτήν ακριβώς την στιγμήν, εδόθη η Διαταγή αμέσου προσβολής (πυρός) από την Αεροπορίαν και το Ναυτικόν, περίπου δηλ. 24 ώρας μετά την πρώτην Διαταγήν, πλην όμως οι αρχηγοί Ναυτικού και Αεροπορίας δεν την εξετέλεσαν. Τι είχε συμβεί; Έπρεπε να δημοσιευθή μετά εν και πλέον έτος, η κατάθεσις του Αμερικανικού πρέσβεως Τάσκα, ενώπιον της Επιτροπής της Αμερικανικής Γερουσίας την 27/9/75, δια να πληροφορηθώμεν, ως ο Τάσκα λέγει, ότι: “Μίαν ημέραν μετά την εισβολήν, την 21ην Ιουλίου συνηντήθην με τους ηγέτας των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων και τους προειδοποίησα να μην επιτεθούν. Αργότερον, η CΙΑ με ενημέρωσεν, ότι η προειδοποίησις ελήφθη σοβαρώς υπ’ όψιν από τους επιτελάρχας και έτσι η Ελλάς απέφυγεν τον πόλεμον με την Τουρκίαν”.

» Και ούτω εφθάσαμεν εις το σημείον, την πλέον κρίσιμον ώραν της 22ας Ιουλίου, να μην μπορούμεν να δώσουμεν την χαριστικήν βολήν εις τον εν πλήρει συγχύσει και αδυναμία ευρισκόμενον Τούρκο, διότι, μετά τας τουρκικάς απωλείας, οι Έλληνες είχομεν την υπεροχήν καθ’ όλον το ελληνοτουρκικόν μέτωπον [Έβρος – Νήσοι – Κύπρος].»

Οι Τούρκοι έδειξαν μεγάλας αδυναμίας και διέπραξαν σοβαρώτατα σφάλματα [έλλειψις παντελούς συνεργασίας Αεροπορίας – Ναυτικού, στοιχείον απαραίτητον δι’ αεροναυτικήν επιχείρησιν κ.λπ.]. Υπό τας συνθήκας αυτάς και με ταλαιπωρημένα επί 3ήμερον τμήματα εις τα πλοία, εν θαλασσοταραχή, οι Τούρκοι ήτο αδύνατον να ανθέξουν εις την απώλειαν και άλλων πλοίων, δι’ αυτό άλλως τε εζήτησαν εκεχειρίαν. Πληροφορηθέντες όμως εν τω μεταξύ, ότι οι Αρχηγοί εις την Ελλάδα υπεσχέθησαν να μην κτυπήσουν και ότι επέκειτο κυβερνητική μεταβολή, εκινήθησαν εκ του ασφαλούς προς την κυπριακήν ακτήν.»

Την 23ην Ιουλίου, ημέραν Τρίτην, εις τας Αθήνας οι επιτελάρχαι εζήτησαν από τον πρόεδρον στρατηγόν Φ. Γκιζίκην την παραίτησιν της Κυβερνήσεως και τον σχηματισμόν τοιαύτης εκ πολιτικών προσωπικοτήτων. Δεν συνεφώνησα, διότι όταν μια πολεμική επιχείρησις ευρίσκεται εν εξελίξει, τας αντικαταστάσεις εκμεταλλεύεται ο εχθρός, αλλά και δεν αντέδρασα, διότι δεν εγνώριζα την συνάντησιν Τάσκα– επιτελαρχών, κατά το εσπέρας της 21ης Ιουλίου. Ασφαλώς, κατά τελείως διάφορον τρόπον θα ενεργούσα εάν την εγνώριζον, ως και τα κατ’ αυτήν συμφωνηθέντα.»

Ούτως, εφθάσαμεν εις την κατ’ ευφημισμόν Κυβέρνησιν Εθνικής Ενότητος, η οποία, όμως, παρ’ όλα τα υπέρ αυτής πλεονεκτικότητα, αντί να στρέψη τας προσπαθείας της εις την δοκιμαζομένην Κύπρον, επεδόθη μετά μανίας εις την δίωξιν των πολιτικών της αντιπάλων. Και ούτω, έχομεν μια Κυβέρνησιν να παρακολουθή άνευ αντιδράσεως τους Τούρκους να αποβιβάζουν ενισχύσεις εις την Κύπρον επί 20ήμερον και, τέλος, να πραγματοποιούν τον “Αττίλα Β΄”.

Εάν, τουναντίον, αυτή είχε την θέλησιν και ελάμβανεν υπ’ όψιν τας υπαρχούσας πληροφορίας, [σύλληψις Τούρκου αξιωματικού, εις τας αρχάς Αυγούστου δυτικώς Κυρηνείας, με σχέδιον προωθήσεως των Τούρκων προς νότον κ.λπ.] και έστελλεν ενισχύσεις με συγκροτήματα τύπου «Παπαποστόλου» και εχρησιμοποίει την ανέπαφον Αεροπορίαν και τον ισχυρόν ελληνικόν στόλον, και ως απειλή ακόμη, αντί να κρατή τούτον καθηλωμένον, κατά ένα μέρος, εις τον κόλπον της Ελευσίνας με τα πυροβόλα εστραμμένα κατά ελληνικών στόχων της Αττικής, οι Τούρκοι δεν θα ετόλμουν να προχωρήσουν εκ του ασφαλούς εις τον Αττίλα 2 και δεν θα εφθάναμεν εις το σημείον να μας λοιδωρούν δημοσίως οι Τούρκοι επίσημοι, λέγοντες ότι μας έφεραν την Δημοκρατίαν εις την Ελλάδαν.

Δημήτριος Α. Ιωαννίδης».

Κύπρος 1974, εισβολή
Τουρκική εισβολή  στην Κύπρο 20 Ιουλίου 1974(φωτογραγία kypros74.gr)

Check Also

«Παράδεισος» της παρανομίας τα κατεχόμενα

Τα λιμάνια χρησιμοποιούνται ως κόμβοι μεταφοράς ναρκωτικών, λαθραίων τσιγάρων και όχι μόνο Γράφει η ΜΑΡΙΑ …

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *